ἑπτάδρομος

ἑπτά-δρομος, ον,
A having seven laps,

δόλιχος Tz.H.6.704

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επτάδρομος — ἑπτάδρομος, ον (Μ) (για αγώνα δρόμου) αυτός που έχει επτά διαδρομές («ἑπτάδρομος δόλιχος», Τζέτζ.) …   Dictionary of Greek

  • ἑπτάδρομον — ἑπτάδρομος having seven laps masc/fem acc sg ἑπτάδρομος having seven laps neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επτά — και εφτά (AM ἑπτά) (απόλ. αριθμ.) 1. ο αριθμός που αποτελείται από έξι συν μία μονάδες, ο μεταξύ τού έξι και τού οκτώ 2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει απροσδιόριστο πλήθος, αμέτρητες φορές (α. «στό είπα εφτά φορές» β. «ὁ γὰρ ἑπτά ἀριθμός παρὰ τῇ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.